Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟΥ ( ET3 2011 )



Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟΥ ( ET3 2011 )

Published on Aug 1, 2012
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Μια ιεραποστολικη προσπαθεια του ΙΔ παρεκκλησιου Αγιου Θεραποντος επισκοπου Κυπρου στις Ερυθρες Αττικης (Κριεκουκι) προς δοξαν Θεου. Ο αναξιος και απολογούμενος Κτητωρ e-mail agiostherapon@gmail.com

 

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Η αγάπη καταργεί τις αποστάσεις

Η αγάπη καταργεί τις αποστάσεις

- Γέροντα, πώς επικοινωνούν πνευματικά από μακριά οι άνθρωποι;
- Γράφουν κανένα γράμμα ή με ασύρματο ή με σήματα μορς!...
- Δηλαδή, Γέροντα;
- Για να υπάρξει πνευματική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, πρέπει να εργάζωνται στην ίδια συχνότητα. Αυτό δεν μπορούν να το πιάσουν οι επιστήμονες . Θυμάσαι εκείνο το περιστατικό που αναφέρω στους «Αγιορείτες Πατέρες»; Μια μέρα ένας μοναχός θα πήγαινε να επισκεφθή έναν Πατέρα στην Καψάλα και σκεφτόταν: «Τί να του πάω για ευλογία;». Οικονόμησε λοιπόν δύο ψάρια και τα καθάριζε, για να του τα πάη. Εν τω μεταξύ ,ο άλλος είχε λάβει την πληροφορία από τον Θεό για την επίσκεψη του αδελφού και σκεφτόταν: «Τώρα που θα ‘ρθη, τί να τον φιλέψω;». Την ώρα λοιπόν που ο αδελφός καθάριζε ψάρια, ένας κόρακας ήρθε ξαφνικά, του πήρε το ένα ψάρι και το πήγε στον άλλον στην Καψάλα –απόσταση πεντέμισι ώρες. Το καταλαβαίνετε; Ο ένας σκεφτόταν πώς να αναπαύση τον άλλον και ο κόρακας μετά έκανε τον ενδιάμεσο!
Όταν ο άνθρωπος έχη την Αγάπη, τον Χριστό, και βουβός να είναι ,μπορεί να συνεννοηθή με όλα τα δισεκατομμύρια των λαών και με την κάθε ηλικία των ανθρώπων, που έχει και αυτή την δική της γλώσσα.
Βάλε δυο ανθρώπους που δεν έχουν αγάπη μεταξύ τους να καθήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον και να μη μιλούν. Βαλε και δύο άλλους που έχουν αγάπη μεταξύ τους να καθήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον και να μη μιλούν και αυτοί. Πώς θα νιώθουν οι μεν και πώς θα νιώθουν οι δε; Και οι πρώτοι δε θα μιλούν και οι δεύτεροι δεν θα μιλούν. Όμως οι δεύτεροι και με την σιωπή θα «μιλούν», γιατί θα υπάρχη επικοινωνία μεταξύ τους. Αντίθετα οι πρώτοι δεν θα μπορούν να επικοινωνήσουν ,γιατί ανάμεσά τους θα υπάρχη μόνωση. Όταν δεν υπάρχη αγάπη ,μπορεί δυο άνθρωποι να βρίσκωνται κοντά, αλλά να είναι μακριά ο ένας από τον άλλον.

Γεροντασ παισιος
Η αγάπη καταργεί τις αποστάσεις

- Γέροντα, πώς επικοινωνούν πνευματικά από μακριά οι άνθρωποι;
- Γράφουν κανένα γράμμα ή με ασύρματο ή με σήματα μορς!...
- Δηλαδή, Γέροντα;
- Για να υπάρξει πνευματική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, πρέπει να εργάζωνται στην ίδια συχνότητα. Αυτό δεν μπορούν να το πιάσουν οι επιστήμονες . Θυμάσαι εκείνο το περιστατικό που αναφέρω στους «Αγιορείτες Πατέρες»; Μια μέρα ένας μοναχός θα πήγαινε να επισκεφθή έναν Πατέρα στην Καψάλα και σκεφτόταν: «Τί να του πάω για ευλογία;». Οικονόμησε λοιπόν δύο ψάρια και τα καθάριζε, για να του τα πάη. Εν τω μεταξύ ,ο άλλος είχε λάβει την πληροφορία από τον Θεό για την επίσκεψη του αδελφού και σκεφτόταν: «Τώρα που θα ‘ρθη, τί να τον φιλέψω;». Την ώρα λοιπόν που ο αδελφός καθάριζε ψάρια, ένας κόρακας ήρθε ξαφνικά, του πήρε το ένα ψάρι και το πήγε στον άλλον στην Καψάλα –απόσταση πεντέμισι ώρες. Το καταλαβαίνετε; Ο ένας σκεφτόταν πώς να αναπαύση τον άλλον και ο κόρακας μετά έκανε τον ενδιάμεσο!
Όταν ο άνθρωπος έχη την Αγάπη, τον Χριστό, και βουβός να είναι ,μπορεί να συνεννοηθή με όλα τα δισεκατομμύρια των λαών και με την κάθε ηλικία των ανθρώπων, που έχει και αυτή την δική της γλώσσα.
Βάλε δυο ανθρώπους που δεν έχουν αγάπη μεταξύ τους να καθήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον και να μη μιλούν. Βαλε και δύο άλλους που έχουν αγάπη μεταξύ τους να καθήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον και να μη μιλούν και αυτοί. Πώς θα νιώθουν οι μεν και πώς θα νιώθουν οι δε; Και οι πρώτοι δε θα μιλούν και οι δεύτεροι δεν θα μιλούν. Όμως οι δεύτεροι και με την σιωπή θα «μιλούν», γιατί θα υπάρχη επικοινωνία μεταξύ τους. Αντίθετα οι πρώτοι δεν θα μπορούν να επικοινωνήσουν ,γιατί ανάμεσά τους θα υπάρχη μόνωση. Όταν δεν υπάρχη αγάπη ,μπορεί δυο άνθρωποι να βρίσκωνται κοντά, αλλά να είναι μακριά ο ένας από τον άλλον.

Γεροντασ παισιος

Ή γιαγιά μου είχε πολλή παλληκαριά.

- Γέροντα, μιά φορά μάς είχατε πει κάτι γιά τήν γιαγιά σας...
- Ή γιαγιά μου είχε πολλή παλληκαριά. Είχε πάντοτε μαζί της γιά ασφάλεια ένα γιαταγάνι! Βλέπεις, χήρα γυναίκα ήταν, μέ δυό παιδιά, πώς νά τά βγάλη πέρα μέ τους Τούρκους! Δύσκολα χρόνια!... Τήν φοβόνταν όλοι. Παλληκάρι! Μιά φορά ένας κλέφτης είχε πάει νά κλέψη σέ ένα αμπέλι πού ήταν κοντά στά μνήματα. Γιά
νά τον φοβηθούν, φόρεσε ένα πουκάμισο άσπρο μέχρι κάτω. Ύστερα μπήκε στά μνήματα, έτσι όπως ήταν μέ το άσπρο πουκάμισο, και γύριζε εκεί μέσα. Τότε έτυχε νά περάση άπό τά μνήματα ή γιαγιά μου. Ό κλέφτης, μόλις τήν είδε, ξάπλωσε
κάτω και έκανε τον πεθαμένο, γιά νά τήν φοβερίση, νά νομίση ότι είναι βρυκόλακας. Εκείνη όμως τον πλησίασε και τοϋ είπε: «Εσένα, αν ήσουν καλός άνθρωπος, θά σέ είχε λειώσει τό χώμα»! Γυρίζει μετά το γιαταγάνι άπό τήν ανάποδη και αρχίζει νά τον δέρνη. Τόν είχε σακατέψει. Ούτε ήξερε ποιος ήταν. Ύστερα άκουσε στό χωριό ότι ό τάδε είναι σακατεμένος και έτσι έμαθε ποιος ήταν.

Θεϊκή Δύναμη

- Γέροντα, κινδυνεύσατε καμμιά φορά στον πόλεμο;
- Μιά καί δυό; Τά σκέφτομαι τώρα πώς βοηθούσε ό Θεός καί συγκλονίζομαι.Τότε δέν τά σκεφτόμουν. Ειδικά τον θάνατο δέν τον σκεφτόμουν καθόλου. Όταν είσαι αποφασισμένος γιά τον θάνατο, δέν φοβάσαι τίποτε. Ή απόφαση γιά τον θάνατο ισοδυναμεί με χίλιους φύλακες. Ό θάνατος είναι ασφάλεια. Στον πόλεμο
οι ιεροί λόχοι έχουν τήν νεκροκεφαλή· είναι αποφασισμένοι νά πεθάνουν.Όποιος δέν υπολογίζει τον εαυτό του γιά το καλό τοϋ άλλου ή γιά το κοινό καλό, δέχεται μέσα του θεϊκή δύναμη. Καί νά δειτε, αν κινηθή κανείς με θυσία, ό Θεός τον σκεπάζει.
Φωτογραφία: - Γέροντα, κινδυνεύσατε καμμιά φορά στον πόλεμο;
- Μιά καί δυό; Τά σκέφτομαι τώρα πώς βοηθούσε ό Θεός καί συγκλονίζομαι.Τότε δέν τά σκεφτόμουν. Ειδικά τον θάνατο δέν τον σκεφτόμουν καθόλου. Όταν είσαι αποφασισμένος γιά τον θάνατο, δέν φοβάσαι τίποτε. Ή απόφαση γιά τον θάνατο ισοδυναμεί με χίλιους φύλακες. Ό θάνατος είναι ασφάλεια. Στον πόλεμο
οι ιεροί λόχοι έχουν τήν νεκροκεφαλή· είναι αποφασισμένοι νά πεθάνουν.Όποιος δέν υπολογίζει τον εαυτό του γιά το καλό τοϋ άλλου ή γιά το κοινό καλό, δέχεται μέσα του θεϊκή δύναμη. Καί νά δειτε, αν κινηθή κανείς με θυσία, ό Θεός τον σκεπάζει.

Ασχημα όνειρα...

- Γέροντα, μέ ταλαιπωρούν κάτι άσχημα όνειρα...
- Όταν βλέπης άσχημο όνειρο, ποτέ νά μήν έξετάζης τί είδες, πώς τό είδες, άν είσαι ένοχη, πόσο φταις. Ό πονηρός, επειδή δέν μπόρεσε νά σέ πειράξη τήν ημέρα, έρχεται τήν νύχτα. Επιτρέπει καμμιά φορά καί ό Θεός νά μας πειράξη στον ύπνο, γιά νά δούμε ότι δέν πέθανε ακόμη ό παλαιός άνθρωπος. Άλλες φορές πάλι ό εχθρός πλησιάζει τον άνθρωπο στον ύπνο του καί τού παρουσιάζει διάφορα όνειρα, γιά νά στενοχωρεθή, όταν ξυπνήση. Γ' αυτό νά μή δίνης καθόλου σημασία νά κάνης τον σταυρό σου, νά σταυρώνης τό μαξιλάρι, νά βάζης καί τόν σταυρό καί κανα-δυό εικόνες επάνω στο μαξιλάρι καί νά λές τήν ευχή μέχρι νά σέ πάρη ό ΰπνος. Όσο δίνεις σημασία, άλλο τόσο θά έρχεται ό εχθρός νά σέ πειράζη. Αυτό δέν είναι κάτι πού συμβαίνει μόνο στους μεγάλους, άλλά καί στους μικρούς. Καί στά μικρά παιδιά ακόμη, παρόλο πού είναι αγγελούδια, ό εχθρός πηγαίνει καί τά φοβερίζει, όταν κοιμούνται καί τινάζονται μέ αγωνία, τρέχουν φοβισμένα καί μέ κλάματα στήν αγκαλιά της μητέρας. Άλλοτε πάλι τά πλησιάζουν οί Άγγελοι καί γελούν μέσα στόν ύπνο τους άπό χαρά ή ξυπνάνε άπό τήν μεγάλη τους χαρά.
Φωτογραφία: - Γέροντα, μέ ταλαιπωρούν κάτι άσχημα όνειρα...
- Όταν βλέπης άσχημο όνειρο, ποτέ νά μήν έξετάζης τί είδες, πώς τό είδες, άν είσαι ένοχη, πόσο φταις. Ό πονηρός, επειδή δέν μπόρεσε νά σέ πειράξη τήν ημέρα, έρχεται τήν νύχτα. Επιτρέπει καμμιά φορά καί ό Θεός νά μας πειράξη στον ύπνο, γιά νά δούμε ότι δέν πέθανε ακόμη ό παλαιός άνθρωπος. Άλλες φορές πάλι ό εχθρός πλησιάζει τον άνθρωπο στον ύπνο του καί τού παρουσιάζει διάφορα όνειρα, γιά νά στενοχωρεθή, όταν ξυπνήση. Γ' αυτό νά μή δίνης καθόλου σημασία νά κάνης τον σταυρό σου, νά σταυρώνης τό μαξιλάρι, νά βάζης καί τόν σταυρό καί κανα-δυό εικόνες επάνω στο μαξιλάρι καί νά λές τήν ευχή μέχρι νά σέ πάρη ό ΰπνος. Όσο δίνεις σημασία, άλλο τόσο θά έρχεται ό εχθρός νά σέ πειράζη. Αυτό δέν είναι κάτι πού συμβαίνει μόνο στους μεγάλους, άλλά καί στους μικρούς. Καί στά μικρά παιδιά ακόμη, παρόλο πού είναι αγγελούδια, ό εχθρός πηγαίνει καί τά φοβερίζει, όταν κοιμούνται καί τινάζονται μέ αγωνία, τρέχουν φοβισμένα καί μέ κλάματα στήν αγκαλιά της μητέρας. Άλλοτε πάλι τά πλησιάζουν οί Άγγελοι καί γελούν μέσα στόν ύπνο τους άπό χαρά ή ξυπνάνε άπό τήν μεγάλη τους χαρά.

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Ή δική µου ανάπαυση γεννιέται άπό τήν ανάπαυση τοϋ άλλου

Η Ελλάδα Ξυπνάει!!!(Διαδώστε το) Ή δική µου ανάπαυση γεννιέται άπό τήν ανάπαυση τοϋ άλλου - Αν, Γέροντα, κάποιος δέν έχη γευθή τήν χαρά της θυσίας, πώς µπορεί νά φθάση στην θυσία;- Άν έρθη στην θέση τού άλλου. Όταν ήµουν στον στρατό, συχνά το πολυβολείο ήταν γεµάτο νερό· στον ασύρµατο οι µπαταρίες ήθελαν αλλαγή - 120 Λουκ. 21,4 καί ήταν πολύ δύσκολο, γιατί ήταν φορτωµένη ή γραµµή. Βρεχόµουν µέχρι την µέση· ή χλαίνη έσταζε. Προτιµούσα όµως να κάνω µόνος µου την δουλειά, για να µην ταλαιπωρηθούν οι άλλοι, καί χαιρόµουν πού τό έκανα. Ό διοικητής µου έλεγε:«Είµαι αναπαυµένος καί ήσυχος, όταν κάνης εσύ τήν δουλειά, άλλα σε λυπάµαι.Πες σε κάποιον άλλον νά πάη». «Όχι, χαίροµαι, κύριε διοικητά», τοϋ έλεγα. Στην διλοχία ήταν ακόµη ένας ασυρµατιστής, αλλά δέν τόν άφηνα στις επιχειρήσεις νά κουβαλήση ούτε τήν µπαταρία ούτε τόν ασύρµατο, αν καί ήταν βαριά, γιά νά µή βρεθή σε κίνδυνο. Με παρακαλούσε εκείνος: «Γιατί δέν µού τά δίνεις;». «Έσύ έχειςγυναίκα καί παιδιά, τού έλεγα. "Αν σκοτώσουν εσένα, θά δώσω λόγο στον Θεό». Έτσι ό Θεός µας φύλαξε καί τους δύο· δέν άφησε νά σκοτωθή ούτε εκείνος ούτεέγώ.Προτιµότερο είναι γιά έναν ευαίσθητο άνθρωπο νά σκοτωθή ό ίδιος µιά φορά άπό αγάπη, γιά νά προστατέψη τόν πλησίον του, παρά νά άµελήση ή νά δειλιάση, καί ύστερα νά σφάζεται συνέχεια άπό τήν συνείδηση του σ' όλη του τήν ζωή. Μιά φορά, στον ανταρτοπόλεµο, τότε µέ τις επιχειρήσεις, οι αντάρτεςµάς είχαν αποκλείσει έξω άπό ένα χωριό καί οί στρατιώτες θά έρριχναν κλήρο,ποιος θά πάη στο χωριό γιά εφόδια. «Θά πάω έγώ», είπα. Αν πήγαινε κάποιος άπειρος ή απρόσεκτος, µπορεί καί νά σκοτωνόταν καί θά µέ έτυπτε µετά ή συνείδηση. «Καλύτερα, σκέφτηκα, νά σκοτωθώ έγώ, παρά νά σκοτωθή ό άλλος καί νά µέ σκοτώνη ή συνείδηση µου σέ όλη µου τήν ζωή. Πώς θ' αντέξω µετά; Θά µού λέη ή συνείδηση µου: "Μπορούσες νά τόν γλυτώσης· γιατί δέν τόν γλύτωσες;"». Νήστευα κιόλας καί ήµουν νηστικός..., τέλος πάντων. Όποτε µού λέει ό διοικητής: «Καί έγώ προτιµώ νά πάς έσύ πού πιάνεις πουλιά στον αέρα, άλλα νά τρως, γιά νά έχης αντοχή». Πήρα τό όπλο καί ξεκίνησα. Οί αντάρτες µέ πέρασαν γιά δικό τους καί µέ άφησαν νά περάσω. Πήγα στο χωριό, ανέβηκα σέ ένα διώροφο σπίτι. Μιά γριά πού ήταν έκεϊ µου έδωσε εφόδια και γύρισα πίσω στην διλοχία.Την µεγαλύτερη χαρά την ένιωθα τον χειµώνα, εκεί µέσα στα χιόνια. Θυµάµαι,ξύπνησα ενα βράδυ· οι άλλοι κοιµόνταν. Το χιόνι είχε σκεπάσει τις σκηνές. Πάω,πιάνω τον ασύρµατο και βγάζω τό χιόνι από τις τρύπες τοϋ ασυρµάτου· βλέπω δούλευε. Τρέχω στον διοικητή και τοϋ τό λέω. Εκείνο τό βράδυ είκοσι έξι ρυοπαγηµένους έβγαλα µέσα άπό τό χιόνι µέ τον κασµά. Έγώ δεν έκανα τίποτε γιά τον Χριστό. Αν τό 100% άπό οσα έκανα στον στρατό τό έκανα γιά τον Χριστό, τώρα θά έκανα θαύµατα! Γι' αυτό µετά στην καλογερική έλεγα:«Στον στρατό, γιά την πατρίδα ταλαιπωρήθηκα τόσο, γιά τον Χριστό τί κάνω;».∆ηλαδή µπροστά στην ταλαιπωρία πού πέρασα στον στρατό, στην καλογερική αισθανόµουν σάν νά ήµουν βασιλόπουλο - άσχετα αν είχα ή δεν είχα παξιµάδι.Γιατί στις επιχειρήσεις ξέρεις τί νηστεία κάναµε; Τρώγαµε σπυρωτό χιόνι. Οί άλλοι έτρεχαν, έβρισκαν και κάτι νά φάνε. Έγώ µέ τον ασύρµατο δεν µπορούσα νά µετακινηθώ. Μιά φορά δεκατρείς µέρες ήµασταν νηστικοί. Μόνο µιά κουραµάνα και µισή ρέγγα µάς είχαν µοιράσει. Νερό έπινα άπό τις πατηµασιές τών ζώων. Και δεν ήταν και καθαρό βρόχινο άλλα λασπωµένο. Είχα πιει µιά... πορτοκαλλάδα µιά φορά! Είχα σκάσει γιά νερό. Είδα µιά πατηµασιά ζώου γεµάτη κίτρινο νερό, ήπια-ήπια... Όποτε µετά στην καλογερική, ακόµη και ζούδια νά είχε τό νερό, µοϋ φαινόταν µεγάλη ευλογία. Έµοιαζε τουλάχιστον µέ νερό. Μιά φορά, ενα απόγευµα, είχε κοπή ή έρπουσα γραµµή. Ήταν ∆εκέµβρης µήναςτοϋ 1948. Τό χιόνι πολύ. Στις 4 ή ώρα τό απόγευµα έρχεται διαταγή νά πάµε στο χωριό, δυο ώρες µακριά, νά φτιάξουµε τήν γραµµή και νά γυρίσουµε πίσω. Έντω µεταξύ δεν είχε ακόµη ούτε δυο ώρες µέρα. Οί στρατιώτες ήταν σκοτωµένοι.... στην κούραση και δέν είχαν κουράγιο νά ξεκινήσουν. Και πού νά βρής τήν γραµµή µέ τόσο χιόνι! - ∆εν ξέρατε, Γέροντα, τον δρόµο και που ήταν ή γραµµή; - Έ, περίπου τόν δρόµο τόν ήξερα, άλλα Θα µας έπιανε και ή νύχτα. Τέλος πάντων, µου έδωσαν µια οµάδα καί ξεκινήσαµε. Στην αρχή ανοίξαµε µέσα στο στρατόπεδο µε το φτυάρι τόν δρόµο από το χιόνι, και έτσι προχωρήσαµε λίγο,για να αναπαύσουµε τόν διοικητή. Μετά λέω: «Προχωράµε, γιατί πρέπει καί νά γυρίσουµε». Πήγαινα µπροστά, γιατί οι άλλοι ήταν όλο αντίδραση. «Ή Ελλάδα ποτέ δέν πεθαίνει, άλλα πεθαίνουµε εµείς», µοϋ έλεγαν. Συνέχεια αυτό! Προχωρούσα, βούλιαζα µέσα στο χιόνι, µε τραβούσαν επάνω· ξαναβούλιαζα, µέ ξανατραβούσαν. Είχα καί ένα ξίφος καί το κάρφωνα κάτω, γιά νά κάνω γείωση.Συνέχεια έπρεπε νά ελέγχω. Έµπαινα µπροστά. «Προχωρήστε, τους έλεγα· άπό'δώ δέν περνούν ζώα, γιά νά κόψουν τήν γραµµή. Μόνο σε κανένα λάκκο πού ή γραµµή είναι εναέριος, έκεϊ νά ελέγξουµε». Τελικά φθάσαµε σε ενα χωριό πού είχε πεζούλια καί, καθώς το χιόνι είχε στοιβαχθή άπό τόν αέρα, δέν ξεχώριζες τίποτε. Όταν φθάσαµε στά πεζούλια, πέφτω µέσα στο χιόνι. Τρόµαξαν νά µέβγάλουν οι άλλοι. "Υστερα σιγά-σιγά άπό το ένα πεζούλι στο άλλο κατεβήκαµεόλοι - µήν τά ρωτάς πώς! - αργά το βράδυ στο χωριό. Βρήκα σε κάτι λάκκους σέ ένα-δυό µέρη τήν γραµµή κρεµασµένη, τήν συνδέσαµε καί µπορέσαµε νά επικοινωνήσουµε µέ τόν διοικητή. «Νά γυρίστε πίσω», µας λέει ό διοικητής."Αλλά πώς νά γυρίσουµε; Έκτος πού ήταν νύχτα, πώς νά ανεβούµε τά πεζούλια; Κουτρουβάλα τά είχαµε κατεβή! Πού νά βρής δρόµο; «Μά έτσι στον ανήφορο, πώς νά γυρίσουµε; τού λέω. Στον κατήφορο τέλος πάντων, κατεβήκαµε! Νά γυρίσουµε αύριο το πρωί άπό τήν άλλη µεριά τού χωριού κάνοντας τόν γύρο».«Τίποτε, λέει ό διοικητής, απόψε». Ευτυχώς άκουσε ένας υπασπιστής τόν διοικητή καί τόν παρακάλεσε νά µας άφήση νά µείνουµε τήν νύχτα στό χωριό,καί έτσι µείναµε. Σε ένα σπίτι µας έδωσαν δυό-τρεϊς τσέργες 121 και, επειδή είχα πουντιάσει - όπως έµπαινα µπροστά καί άνοιγα τά χιόνια, είχα γίνει τελείως µούσκεµα -, οι άλλοι µέ λυπήθηκαν, γιατί κατά κάποιο τρόπο τήν πλήρωσα εγώ πού τραβούσα µπροστά, καί µέ έβαλαν στην µέση, γιά νά ζεσταθώ. Τότε είχαµε φάει µόνον ένα κοµµάτι κουραµάνα. Μεγαλύτερη χαρά δέν θυµάµαι νά έχω νιώσει στην ζωή µου. Αναγκάσθηκα νά σας πώ αυτά τά παραδείγµατα, γιά νά καταλάβετε τί θά πη θυσία. ∆έν σάς τά είπα όλα αυτά, γιά νά µέ χειροκροτήσετε,άλλα γιά νά καταλάβετε άπό πού βγαίνει ή πραγµατική χαρά!!(κρητικος)